Γ Λ Ω Σ Σ Α Ρ Ι Ο

Αναγραφή ηλικίας Η ηλικία πάνω σε μια φιάλη ουίσκι αναφέρεται πάντα στο πιο νεαρό συστατικό τού μείγματος.

Ανακάθαρση Καθαρισμός ενός αποστάγματος με εκ νέου απόσταξη, από τον οποίο προκύπτει ένα δυνατό απόσταγμα με πολύ λίγα ομογενή.

Ανάμικτο ουίσκι blended (Η.Π.Α.) Τουλάχιστον 20% σκέτο ουίσκι, αναμεμιγμένο με ουδέτερο απόσταγμα.

Ανάμικτο ουίσκι (Σκωτία) Ένα μείγμα ουίσκι σπόρων και βύνης.

Ανάμειξη Η διαδικασία μίξης διαφορετικών τύπων αποστάγματος (π.χ. σίκαλης, μπέρμπον ή βύνης) μαζί με ουίσκι δημητριακών. Στον Καναδά, το μείγμα πρέπει επίσης να περιέχει 9,09% άλλων ώριμων εισαγόμενων αποσταγμάτων, οίνων ή αποσταγμένων χυμών φρούτων.

Αποστακτήρας ζύθου (Η.Π.Α.) Ο πρώτος αποστακτήρας που χρησιμοποιείται στη διαδικασία τής απόσταξης. Συνήθως αποτελείται από μία μόνο στήλη.

Αποστακτήρας Thumper Ένα είδος διπλασιαστή που περιέχει νερό μέσα από το οποίο περνούν οι αλκοολούχοι ατμοί.

Απόσταξη Η εκχύλιση αλκοολών από ένα ζυμωμένο υγρό μέσω της θερμότητας. Επειδή η αλκοόλη βράζει σε χαμηλότερη θερμοκρασία από το νερό, οι ατμοί συλλέγονται και συμπυκνώνονται, αποκτώντας έτσι περισσότερη ισχύ.

Ασυνεχής αποστακτήρας Άμβυκας που χρησιμοποιείται στην ασυνεχή απόσταξη. Ασυνεχής απόσταξη ή απόσταξη στήλης Η πρώτη απόσταξη παράγει ένα σχετικά αδύναμο απόσταγμα το οποίο αποστάζεται ξανά (συχνά δύο φορές) και χωρίζεται σε τρία μέρη: τις κεφαλές, την καρδιά και τις ουρές. Από τα τρία λαμβάνεται μόνο η καρδιά.

Βάσεις Ξύλινα πλαίσια για τη φύλαξη των αμερικάνικων ουίσκι που ωριμάζουν.

Βελανιδιά Ο πιο συνηθισμένος τύπος ξύλου βαρελιών που χρησιμοποιείται στην παλαίωση. Η βελανιδιά είναι δυνατή και υδατοστεγής, προκαλώντας μια μικρή οξείδωση. Επίσης δημιουργεί μια ποικιλία χρωμάτων και γεύσεων στο απόσταγμα που ωριμάζει μέσα της. Κάθε τύπος βελανιδιάς δίνει και διαφορετικά αποτελέσματα.

Βραχίονας Ο σωλήνας που οδηγεί από την κορυφή τού λαιμού ενός άμβυκα στον συμπυκνωτή, η γωνία του οποίου μπορεί να επηρεάσει την ποσότητα επαναρροής ενός αποστάγματος.

Βυνάλευρο Αλεσμένο κριθάρι που έχει μετατραπεί σε ακατέργαστο αλεύρι, πριν από την πολτοποίηση.

Βύνη Ένας δημητριακός καρπός, συνήθως κριθάρι αλλά και σίκαλη, ο οποίος ωθείται τεχνητά να βλαστήσει και μετά διακόπτεται η ανάπτυξή του με την ξήρανση. Μέθοδος γνωστή και ως «βυνοποίηση». Η βύνη περιέχει πολλά σάκχαρα και ένζυμα.

Βυνοποιία Κτήριο που χρησιμοποιείται για τη βυνοποίηση.

Γεύση Το σχήμα και η υφή τού αποστάγματος μέσα στο στόμα όταν κάποιος το γεύεται.

Γλεύκος Το γλυκό υγρό που παράγεται από την προσθήκη ζεστού νερού μέσα στα βασικά συστατικά τού βυτίου πολτοποιήσης. Αυτό αφαιρεί τα ζυμώσιμα σάκχαρα που μετατρέπονται σε μαλτόζη μέσω της ενζυμικής δράσης, πριν από τη ζύμωση.

Δεξαμενή ζύμωσης Σκοτσέζικος όρος για το δοχείο ζύμωσης.

Δεύτερος ασυνεχής αποστακτήρας Ο δεύτερος (ή τρίτος) αποστακτήρας που χρησιμοποιείται στην ασυνεχή απόσταξη.

Διπλασιαστής (Σκωτία) Ένας κυρτός άμβυκας ασυνεχούς απόσταξης που χρησιμοποιείται για τη δεύτερη απόσταξη.

Διύλιση με ξυλάνθρακα (μέθοδος Lincoln County) Χρησιμοποιείται στο Τενεσί και συνίσταται στη διύλιση του καινούργιου αποστάγματος μέσω στρωμάτων ξυλάνθρακα, προτού τοποθετηθεί μέσα στο βαρέλι.

Δοχεία ζύμωσης Μεγάλα δοχεία από ατσάλι ή ξύλο που προορίζονται για τη μετατροπή του γλεύκους σε ζύθο ή σε προϊόν αλκοολικής ζύμωσης.

Ένζυμα Οργανικοί καταλύτες που μετατρέπουν το ακόρεστο άμυλο σε κορεσμένα σάκχαρα. Οι σπόροι όπως το βυνοποιημένο κριθάρι και η σίκαλη περιέχουν τέτοια ένζυμα και προστίθενται μέσα σε άλλες συγκομιδές δημητριακών χάρη σ’ αυτήν την ικανότητά τους που ονομάζεται και «σακχαροποίηση». Επαναρροή Τεχνική κατά την οποία το σχήμα ενός αποστακτήρα αναγκάζει τους αλκοολούχους ατμούς να επιστρέφουν στον αποστακτήρα για να αποσταχτούν εκ νέου. Τα υψηλά επίπεδα επαναρροής παράγουν ελαφρύτερο απόσταγμα.

Εστέρες Χημικές ενώσεις που προσδίδουν γεύση. Παράγονται από την αντίδραση της αλκοόλης και των οξέων κατά τη ζύμωση και την παλαίωση και εμφανίζονται αμέσως μετά την αρχή τής απόσταξης. Ζύθος (Βόρεια Αμερική) Το μίγμα συστατικών που έχει υποστεί ζύμωση.

Ζυμέλαιο Ιξώδες ομογενές.

Καθίζημα απόσταξης (Σκωτία) Ζωικές τροφές που παρασκευάζονται από επεξεργασμένους σπόρους μετά την ολοκλήρωση της πολτοποίησης.

Καινούργια παραγωγή Το νεαρό απόσταγμα, αυτό που μόλις βγαίνει από τον αποστακτήρα. Καψάλισμα Το κάψιμο του εσωτερικού τού βαρελιού. Η φλόγα ανοίγει τις σχισμές στην επιφάνεια της βελανιδιάς, βοηθώντας το απόσταγμα να διεισδύει εύκολα μέσα στο ξύλο. Επίσης απελευθερώνει σακχαρικές ενώσεις για την προσθήκη γεύσης και χρώματος στο απόσταγμα.

Κεφαλές Πτητικά στοιχεία που βγαίνουν από τον αποστακτήρα κατά τη δεύτερη απόσταξη. Συλλέγονται και αποστάζονται ξανά, μαζί με τις ουρές και τα καθιζήματα (τους ζύθους).

Κλάσμα (Σκωτία) Το μεσαίο τμήμα τού αποστάγματος που παρακρατείται. Οι ακάθαρτες αλκοόλες ονομάζονται κεφαλές και ουρές.

Μαγιά Μικροοργανισμός τής οικογένειας μυκήτων που τρέφεται με σάκχαρα και τα μετατρέπει σε αλκοόλ και διοξείδιο του άνθρακα (CO2). Επίσης προσδίδει γεύση στο υγρό.

Μείγμα ζύμωσης (Βόρεια Αμερική) Το ποσοστιαίο μείγμα συστατικών (καλαμπόκι, σιτάρι, σίκαλη, κριθάρι) του γλεύκους.

Μπέμπον (bourbon) Αμερικάνικο ουίσκι που παρασκευάζεται από ένα μείγμα συστατικών που αποτελείται από 51% τουλάχιστον καλαμπόκι. Αποστάζεται σε μέγιστη ισχύ 80% Π.Α.Κ.Ο. και ωριμάζει σε καινούργια καψαλισμένα δρύινα βαρέλια.

Μύτη Το άρωμα του αποστάγματος.

Ομογενή Χημικές ενώσεις που απαντώνται μέσα σε ένα απόσταγμα και σχηματίζονται κατά τη ζύμωση, την απόσταξη και την παλαίωση. Περιέχουν πολλά στοιχεία που προσδίδουν γεύση. Όσο μεγαλύτερη είναι η δύναμη του αποστάγματος σε αλκοόλες, τόσο λιγότερα είναι τα ομογενή.

Όξινο γλεύκος Ένας άλλος όρος για το όξινο ίζημα. Ένα ουίσκι με όξινο γλεύκος πρέπει να περιέχει 25% όξινο ίζημα. Όλα τα ουίσκι από το Kentucky και το Tennessy είναι όξινα γλεύκη.

Όξινο ίζημα Το υπόλειμμα από την πρώτη απόσταξη που προστίθεται στο βυτίο πολτοποίησης και/ή στη ζύμωση και που δεν πρέπει να είναι λιγότερο από 25% του συνολικού μείγματος συστατικών. Χρησιμοποιείται για την αποφυγή τής βακτηριακής μόλυνσης και για τη μείωση του pH στη δεξαμενή ζύμωσης, επιτυγχάνοντας ομαλή ζύμωση.

Ουίσκι βύνης (malt) Το ουίσκι που φτιάχνεται αποκλειστικά από βυνοποιημένο κριθάρι και αποστάζεται τουλάχιστον δύο φορές μέσα σε συνεχή αποστακτήρα.

Ουίσκι δημητριακών (grain) Ένα δυνατό, λεπτά αρωματικό ουίσκι που φτιάχνεται συνήθως από καλαμπόκι (ή σιτάλευρο) μέσα σε συνεχή αποστακτήρα.

Ουίσκι σκέτης βύνης (single malt) Ένα ουίσκι βύνης που προκύπτει από ένα αποστακτήριο.

Ουίσκι σίκαλης (Rye)  Ουίσκι παρασκευασμένο από τουλάχιστον 51% σίκαλη.

Ουρές ή κατώτερες αλκοόλες (Σκωτία/Ιρλανδία) Το ανεπιθύμητο τελικό μέρος τής δεύτερης απόσταξης. Περιέχουν μεγάλη ποσότητα ανεπιθύμητων ομογενών και μικρή ποσότητα αλκοολών. Συλλέγονται και αποστάζονται εκ νέου.

Οφιοειδής κάδος Παλιά μορφή συμπυκνωτή ατμών που αποτελείται από μία δεξαμενή με κρύο νερό που έχει* ένα σπείρωμα στο εσωτερικό της.

Π.Α.Κ.Ο. (Περιεκτικότητα Αλκοόλης Κατ’ Όγκο-ΑΒΝ) Η αλκοολούχα δύναμη του αποστάγματος υπολογίζεται ως ποσοστό τού συνολικού όγκου τού υγρού, π.χ. 40% ΠΑΚΟ οινόπνευμα, 60% νερό. Βλ. Προυφ

Πάντρεμα Μέθοδος όπου τα πρόσφατα ανάμικτα αποστάγματα τοποθετούνται μέσα σε μεγάλες δεξαμενές πριν από την εμφιάλωση. Έτσι ομογενοποιούνται τα διαφορετικά αποστάγματα.

Προυφ (Proof) Αμερικανικός τρόπος υπολογισμού τής αλκοολικής ισχύος. Το απόσταγμα με προυφ 100ο αντιστοιχεί σε 50% Π.Α.Κ.Ο.

Πρώτος ασυνεχής αποστακτήρας Ο πρώτος (και συνήθως μεγαλύτερος) αποστακτήρας που χρησιμοποιείται στην ασυνεχή απόσταξη.

Σπείρωμα Ο σπειροειδής χάλκινος σωλήνας συμπύκνωσης που περιστρέφεται στο εσωτερικό τού οφιοειδούς κάδου.

Συμπυκνωτής ατμών Συσκευή που υγροποιεί τους αλκοολούχους ατμούς. Συνήθως ήταν ένα σπείρωμα από χαλκό που βυθιζόταν μέσα σε κρύο νερό. Βλ. Οφιοειδείς κάδοι.

Συνεχής αποστακτήρας (ή αποστακτήρας Coffey ή αποστακτήρας ζύθου) Ωθεί τον στεγανό αέρα να ανέβει μέσα στη στήλη, εξατμίζοντας την αλκοόλη και μεταφέροντάς την επάνω για να υγροποιηθεί.

Τύρφη Ένα ήπιο καύσιμο υλικό που παρασκευάζεται από πεπιεσμένο και απανθρακωμένο φυτικό υλικό (συνήθως ερείκη, ξύλο, γρασίδι και μερικές φορές φύκια). Ο καπνός του είναι πολύ οξύς και όταν χρησιμοποιείται στην ξήρανση τού βυνοποιημένου κριθαριού, δίνει στη βύνη φαινολικό άρωμα.

Φιλτράρισμα ψύξης Μέθοδος διύλισης με μείωση της θερμοκρασίας τού αποστάγματος για να αφαιρούνται οι ενώσεις που μπορεί να προκαλέσουν θάμπωμα.

Φρυγάνισμα Μέθοδος ελαφριάς θέρμανσης του εσωτερικού ενός βαρελιού, ηπιότερη του καψαλίσματος, με την οποία απελευθερώνονται σάκχαρα από το ξύλο.

Φρύξη Μέθοδος διακοπής τού φυτρώματος τού βυνοποιημένου κριθαριού μέσω θερμότητας. Μερικές φορές συντελείται με φωτιά τύρφης.